Δεν θα το σκεφτείς για πολύ πριν τη συναντήσεις. Ξέρεις ότι θα είναι κάπου κοντά. Ούτως η άλλως στο ίδιο νησί πατάτε, στο ίδιο νησί "γεννηθήκατε"!
Θες να τη δεις μα μέσα σου φοβάσαι ακόμα, λίγο...φοβάσαι μήπως τα φαντάσματα που έφτιαξες πάρουν σάρκα και οστά. Παράλληλα όμως ξέρεις ότι είναι καλά κλειδωμένα στην ντουλάπα.
Έρχεται και σε βρίσκει, έρχεται γρήγορα σαν την μπόρα, κοιτάς τα μάτια της και βγαίνει ήλιος. Την αγκαλιάζεις. Φοβάσαι αλλά την αγκαλιάζεις.
Θα περάσετε μαζί πολλές ώρες, θα πιείτε καφέ, θα περπατήσετε, θα κάτσετε στα μέρη που παλιά καθόσασταν οι δυο σας, θα τραβήξετε φωτογραφίες και θα δείτε το ηλιοβασίλεμα..
Τότε θα νιώσεις την ανάγκη να κάτσεις στη ζεστή της αγκαλιά. Όπως τότε, παλιά... Και με δισταγμό θα το κάνεις, αυτή με δισταγμό πάλι θα σε δεχτεί. Και θα διατηρήσετε αυτή τη θέση για αρκετή ώρα.
Τώρα είναι ώρα να φύγει, για το καλό σου δεν πρέπει να μείνει κι' άλλο, τα φαντάσματα κλωτσάνε την πόρτα της ντουλάπας και ήδη έχει αρχίσει να ραγίζει... Την αποχαιρετάς φιλώντας τη στο μάγουλο και εκείνη σε κοιτάει με ένα χαμόγελο που δείχνει μια ιδιαίτερη ολοκλήρωση. Αυτή φεύγει και συ πριν κινήσεις για να φύγεις σκέφτεσαι...
"Τελικά, τελικά η αγάπη είναι ωραία και σε άλλες γεύσεις!"
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θαλασσα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θαλασσα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Κυριακή 24 Απριλίου 2011
Τετάρτη 29 Δεκεμβρίου 2010
Στα Βόρεια είναι η θέα...
Τόπος: Θεσσαλονίκη.
Ο Μόρισεϊ μας τραγούδησε ένα προτελευταίο άσμα (ξέρουμε όλοι πως δεν υπάρχει τελευταίο). Εμείς βγήκαμε από το μποέμ μπαράκι κοντά στο λιμάνι, τώρα περπατάμε στην παλιά παραλία...
Τα μάτια ελαφρώς κόκκινα απ' τον καπνό (γιατί δεν καταδεχόμαστε να το κόψουμε ακόμα το γαμήδι το τσιγάρο). Κάνει κρύο και είμαστε αγκαλιασμένοι Τα πλοία στο αγκυροβόλι έχουν τα φώτα τους αναμμένα μοιάζοντας να θρηνούν τη σβούνια που μαζεύεται και μολύνει το ήδη βιασμένο, απ' τον άνθρωπο, περιβάλλον. Σήμερα δεν έφαγα κρέας, αυτή ποτέ δεν τρώει...
Είναι αρκετά αργά και τα λεωφορεία έχουν πάει για ύπνο, μόνο τα πλοία είναι ξύπνια, αυτά και ο δαίμονας του κρύου που μας χτυπάει με τον τρόπο του. Αυτή κρυώνει λιγότερο αλλά συμβάλλει στο να ζεσταθώ, φιλόξενη πόλη!
Έχουμε δρόμο ακόμα. Πολλά μέτρα μακριά δεσπόζει ο "Λευκός Πύργος" (που δεν είναι και τόσο λευκός τελικά). Τα λιγοστά αυτοκίνητα βολτάρουν στους δρόμους γυρνώντας σπίτι ή πηγαίνοντας σε κάποιο "after". Έχει ξαστεριά και το φεγγάρι βρίσκεται στη φάση που μειώνεται, ο νέος χρόνος είναι κοντά. Περπατάμε στις τσιμεντένιες πλάκες του πεζόδρομου και φλερτάρουμε με τη θάλασσα, εκείνη ανταποδίδει με τη φωτεινή φεγγαρόλουστη γραμμή να δείχνει το δρόμο, τη γραμμή που όποιος κι αν είσαι σε ακολουθεί παντού. Περπατούν κι άλλοι άνθρωποι, λίγοι, κάποιοι είναι σε ζευγάρια, άλλοι μόνοι, κανείς δεν μοιάζει με κανένα, όλοι είναι σκοτεινοί, τους βλέπουμε. Το δικό μας ζευγάρι τώρα βρίσκεται κάτω απ' το λευκό πύργο...και της έλεγα εγώ να φύγουμε πιο γρήγορα, θα χάναμε το λεωφορείο. Όπως και να' χει, δεν καταδεχόμαστε να πληρώσουμε ταξί, η φυλή των ταριφάδων μπορεί να υπάρξει και χωρίς τον οβολό μας, πάντως δεν νομίζω να "εξελιχθεί".
Ο δρόμος είναι ίσιος και η θάλασσα γαλήνια, οι ρυθμοί που πάλλονται τα πάντα γύρω μας είναι χαμηλοί, αντιθέτως με το περπάτημα μας που λόγω κρύου είναι κάπως πιο ταχύ από το φυσιολογικό. Ένας τελευταίος ποδηλάτης περνάει δίπλα μας παρασέρνοντας τα πεσμένα φύλλα, φαντάζει ακόμα φθινόπωρο, ο χρόνος βαρέθηκε να γυρίζει, οι εποχές κωλύονται να δώσει η μια τη θέση της στην άλλη και το χιόνι φοβάται να πέσει...σαν όλα τα άψυχα σώματα να απέκτησαν ξαφνικά χαρακτήρα γιατί εμείς οι θνητοί βαλθήκαμε να ξυπνήσουμε ένα γίγαντα.
Τέτοιες ώρες δεν υπάρχουν περιθώρια για ερωτήσεις. Τέτοιες ώρες απολαμβάνεις τη φύση, εκείνη κι εγώ την απολαμβάνουμε Εκείνη κάνει τα πάντα για να μην κρυώνω. Είμαστε σχετικά κοντά στα σύνορα με τη "Νέα Παραλία" όταν έρχεται η στιγμή να αποχαιρετήσουμε τη θάλασσα και να βαδίσουμε προς τα μέσα. Το κρύο μειώνεται αισθητά αφού η θαλάσσια αύρα μένει πίσω παγώνοντας βασανιστικά το τσιμέντο θέλοντας να το θρυμματίσει και να το χωνέψει ενώ η θάλασσα θα απλώνεται στην ξηρά...Περνάμε την παραλιακή και έπειτα βαδίζουμε στην άδεια γειτονιά προς την πολυκατοικία, ένα ζεστό κρεβάτι περιμένει και ένα πάπλωμα ποθεί να μας καλύψει. Μπαίνουμε στον ανελκυστήρα, εκεί σίγουρα δεν κρυώνω, εκείνη έχει ήδη βγάλει το μάλλινο πανωφόρι. Μπαίνουμε σπίτι, όλα σκοτεινά, μετά από δευτερόλεπτα έχουμε κλείσει την πόρτα του υπνοδωματίου Κάτω απ' το γραφείο βρίσκω ένα κίτρινο μολύβι. Εκείνη βγάζει τα ρούχα και ξαπλώνει. Πριν κοιμηθεί στη συνείδησή της, θέλω άλλο ένα φιλί. Έπειτα πιάνω ένα πρόχειρο τετράδιο και γράφω. . . . . .
Ο Μόρισεϊ μας τραγούδησε ένα προτελευταίο άσμα (ξέρουμε όλοι πως δεν υπάρχει τελευταίο). Εμείς βγήκαμε από το μποέμ μπαράκι κοντά στο λιμάνι, τώρα περπατάμε στην παλιά παραλία...
Τα μάτια ελαφρώς κόκκινα απ' τον καπνό (γιατί δεν καταδεχόμαστε να το κόψουμε ακόμα το γαμήδι το τσιγάρο). Κάνει κρύο και είμαστε αγκαλιασμένοι Τα πλοία στο αγκυροβόλι έχουν τα φώτα τους αναμμένα μοιάζοντας να θρηνούν τη σβούνια που μαζεύεται και μολύνει το ήδη βιασμένο, απ' τον άνθρωπο, περιβάλλον. Σήμερα δεν έφαγα κρέας, αυτή ποτέ δεν τρώει...
Είναι αρκετά αργά και τα λεωφορεία έχουν πάει για ύπνο, μόνο τα πλοία είναι ξύπνια, αυτά και ο δαίμονας του κρύου που μας χτυπάει με τον τρόπο του. Αυτή κρυώνει λιγότερο αλλά συμβάλλει στο να ζεσταθώ, φιλόξενη πόλη!
Έχουμε δρόμο ακόμα. Πολλά μέτρα μακριά δεσπόζει ο "Λευκός Πύργος" (που δεν είναι και τόσο λευκός τελικά). Τα λιγοστά αυτοκίνητα βολτάρουν στους δρόμους γυρνώντας σπίτι ή πηγαίνοντας σε κάποιο "after". Έχει ξαστεριά και το φεγγάρι βρίσκεται στη φάση που μειώνεται, ο νέος χρόνος είναι κοντά. Περπατάμε στις τσιμεντένιες πλάκες του πεζόδρομου και φλερτάρουμε με τη θάλασσα, εκείνη ανταποδίδει με τη φωτεινή φεγγαρόλουστη γραμμή να δείχνει το δρόμο, τη γραμμή που όποιος κι αν είσαι σε ακολουθεί παντού. Περπατούν κι άλλοι άνθρωποι, λίγοι, κάποιοι είναι σε ζευγάρια, άλλοι μόνοι, κανείς δεν μοιάζει με κανένα, όλοι είναι σκοτεινοί, τους βλέπουμε. Το δικό μας ζευγάρι τώρα βρίσκεται κάτω απ' το λευκό πύργο...και της έλεγα εγώ να φύγουμε πιο γρήγορα, θα χάναμε το λεωφορείο. Όπως και να' χει, δεν καταδεχόμαστε να πληρώσουμε ταξί, η φυλή των ταριφάδων μπορεί να υπάρξει και χωρίς τον οβολό μας, πάντως δεν νομίζω να "εξελιχθεί".
Ο δρόμος είναι ίσιος και η θάλασσα γαλήνια, οι ρυθμοί που πάλλονται τα πάντα γύρω μας είναι χαμηλοί, αντιθέτως με το περπάτημα μας που λόγω κρύου είναι κάπως πιο ταχύ από το φυσιολογικό. Ένας τελευταίος ποδηλάτης περνάει δίπλα μας παρασέρνοντας τα πεσμένα φύλλα, φαντάζει ακόμα φθινόπωρο, ο χρόνος βαρέθηκε να γυρίζει, οι εποχές κωλύονται να δώσει η μια τη θέση της στην άλλη και το χιόνι φοβάται να πέσει...σαν όλα τα άψυχα σώματα να απέκτησαν ξαφνικά χαρακτήρα γιατί εμείς οι θνητοί βαλθήκαμε να ξυπνήσουμε ένα γίγαντα.
Τέτοιες ώρες δεν υπάρχουν περιθώρια για ερωτήσεις. Τέτοιες ώρες απολαμβάνεις τη φύση, εκείνη κι εγώ την απολαμβάνουμε Εκείνη κάνει τα πάντα για να μην κρυώνω. Είμαστε σχετικά κοντά στα σύνορα με τη "Νέα Παραλία" όταν έρχεται η στιγμή να αποχαιρετήσουμε τη θάλασσα και να βαδίσουμε προς τα μέσα. Το κρύο μειώνεται αισθητά αφού η θαλάσσια αύρα μένει πίσω παγώνοντας βασανιστικά το τσιμέντο θέλοντας να το θρυμματίσει και να το χωνέψει ενώ η θάλασσα θα απλώνεται στην ξηρά...Περνάμε την παραλιακή και έπειτα βαδίζουμε στην άδεια γειτονιά προς την πολυκατοικία, ένα ζεστό κρεβάτι περιμένει και ένα πάπλωμα ποθεί να μας καλύψει. Μπαίνουμε στον ανελκυστήρα, εκεί σίγουρα δεν κρυώνω, εκείνη έχει ήδη βγάλει το μάλλινο πανωφόρι. Μπαίνουμε σπίτι, όλα σκοτεινά, μετά από δευτερόλεπτα έχουμε κλείσει την πόρτα του υπνοδωματίου Κάτω απ' το γραφείο βρίσκω ένα κίτρινο μολύβι. Εκείνη βγάζει τα ρούχα και ξαπλώνει. Πριν κοιμηθεί στη συνείδησή της, θέλω άλλο ένα φιλί. Έπειτα πιάνω ένα πρόχειρο τετράδιο και γράφω. . . . . .
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)