Τετάρτη, 29 Σεπτεμβρίου 2010

Saint Vladimir (Chapter Zero)

Η κατάσταση που επικρατούσε στις παραδουνάβιες κοινωνίες κατά το τελευταίο τέταρτο του 20ου αιώνα δεν ήταν και η πιο ρόδινη. Φτώχεια, πολιτική αστάθεια, παρανομία και εντέλει, πόλεμος. Τσιγγάνοι "Βασιλιάδες" και οικογένειες ντυμένες στα χρυσά ήταν απλώς τα εργαλεία. Το μεγάλο ποτάμι ήταν το κύριο μέσο επικοινωνίας με την κεντρική Ευρώπη καθώς ποταμόπλοια με εμπορεύματα, τουρίστες, μεταγωγικά, ψαράδικα, αναψυχής και πλωτά μπουρδέλα ακολουθούσαν παράλληλα με το νερό αναμιγνύοντας δεκάδες διαφορετικές κουλτούρες! Ναι, παρά τις άσχημες κοινωνικές καταστάσεις, η κουλτούρα υπέφωσκε σε πολλές μορφές και ασκούνταν από άτομα που χωρίς να το γνωρίζουν έπρατταν πάνω σε ένα λίαν σημαντικό έργο το οποίο θα διατηρούνταν όπως τα κόκαλα αφότου είχε φαγωθεί όλη η ψαρόσουπα.

Ήταν μέσα του 70' και ο Γιόκερ με τη Μαργαρίτα (Μαρτζ) έκλειναν τον τρίτο χρόνο γάμου καθώς η δεύτερη διένυε τον τρίτο μήνα εγκυμοσύνης του πρώτου της παιδιού, Ο Γιόκερ πάστωνε κρέας και ψάρια ως επάγγελμα και τα πούλαγε στα ποταμόπλοια που άραζαν στο κοντινό αγκυροβόλι. Το εισόδημα ήταν αρκετό για να περνάνε αυτός και η Μαρτζ μια σταθερή, αντικειμενικά βολική ζωή. Η Μαρτζ δεν δούλευε, τουλάχιστον όχι εκείνο το διάστημα, ο Γιόκερ δεν ήθελε να κουράζεται, τον ένοιαζε να είναι εκείνη καλά ψυχοσωματικά και να τρέφεται σωστά! Η Μαρτζ δεν ήταν από αυτά τα μέρη, μεγάλωσε στη Ρώμη οπού δούλευε κυρίως ως σερβιτόρα σε καφετέριες και εστιατόρια καθώς συνήθιζε να ζωγραφίζει και να πουλάει τα έργα της σε πλατείες. Με τον Γιόκερ γνωρίστηκαν στο Βελιγράδι οπού είχε πάει η Μαρτζ για την κηδεία μιας θείας της. Ο έρωτας ήταν "κεραυνοβόλος", σε έξι μήνες αρραβωνιάστηκαν και μετά από δυο μήνες παντρεύτηκαν Μετά από αυτό η Μαρτζ έκανε διάφορους συνειρμούς όπως "ο θάνατος της θείας, το ξεκίνημα της νέας μου ζωής".

Τα οικονομικά πήγαιναν αρκετά καλά για την ώρα καθώς η κοιλίτσα της Μαρτζ φούσκωνε με τον καιρό. Ο Γιόκερ είχε ξεκινήσει να παράγει και καπνιστά τρόφιμα, πράγμα που αύξανε κάπως τα έσοδα ενώ το παράδοξο ήταν ότι τρέφονταν κυρίως με λαχανικά, βοηθώντας στην αποφυγή παραπάνω εξόδων. Το ζευγάρι τα πήγαινε πολύ καλά και αυτό που λέμε αγάπη έρεε στο μεδούλι τους καλά φυλαγμένη. Είχαν χτίσει έναν κόσμο, τον κόσμο τους. Σπάνια ο Γιόκερ έδινε αναφορές σε τρίτους, το παρελθόν του είχε διδάξει πολλά, καθώς είχε χάσει τον πατέρα του για κάποια βεντέτα του αμαρτωλού παρελθόντος. Μικρός έφυγε από τα μέρη που μεγάλωσε και ακολούθησε το Δούναβη, οπου ένα μεσημέρι τον πήρε ο ύπνος στη βάρκα και ξύπνησε ενώ η βάρκα είχε προσαράξει με την πλώρη στην όχθη. Εκεί αργότερα έχτισε το σπιτικό του και εκεί ζούσε την ήρεμη ζωή του με τη γυναίκα του.

Λίγο μετά το ξεκίνημα του τελευταίου τετάρτου του 20ου αιώνα, ένα δροσερό απόγευμα του Νοέμβρη, η Μαργαρίτα φέρνει στον κόσμο ένα μελαχρινό αγοράκι μέσα σε μια ατμόσφαιρα που μύριζε πικάντικο και καπνιστό. Ευτυχώς η γέννα ήταν εύκολη και δεν χρειάστηκε να καταβάλλουν υπεράνθρωπες προσπάθειες για να βγάλουν το νεογνό από την κόκκινη, σκοτεινή σπηλιά του.
[Ο μικρός λοιπόν έμαθε να περπατάει, να μιλάει, να πίνει το γάλα από την κούπα και να αφήσει πίσω το μπιμπερό, να ντύνεται μόνος του, να δένει τα κορδόνια του και να κολυμπάει στο ποτάμι. Επίσης έμαθε να κάνει ποδήλατο με το ένα χέρι στο τιμόνι και χωρίς βοηθητικές ρόδες,. Ο Γιόκερ του έμαθε τα μυστικά του κυνηγιού και του ψαρέματος ώστε να μπορεί να τραφεί ανα πάσα στιγμή αν πεινάσει, σαν να ήξερε οτι το πέπλο της πείνας ανέμιζε μερικά χρόνια μετά... Στο μικρό άρεσε να περνάει την ώρα του παρακολουθώντας τα πλοία που ακολουθούσαν τυφλά τη ροή του ποταμού, πολλές φορές έπιανε και τα ζωγράφιζε. Το ατελιέ της Μαρτζ είχε περάσει πλέον στα χέρια του και όλα κυλούσαν ήρεμα μέχρι το 1990. Τότε ξέσπασε ο πόλεμος και όλα απέκτησαν ένα άχαρο γκρί χρώμα. Πέρασαν κάποια χρόνια αγωνίας, μεταρρυθμίσεων και αίματος και όταν ο υιός τους ενηλικιώθηκε, ο Γιόκερ και η Μαργαρίτα του δήλωσαν τα σχέδιά τους να τον στείλουν έξω από το χάος για να ξεκινήσει τη ζωή του σε μια άλλη, πιο "καθαρή" χώρα. Χρόνια έψαχνε ο Γιόκερ μέχρι να κατασταλάξει για το που θα ήταν καλύτερο να τον στείλει και κατέληξε σε κάτι συγγενείς στην Αθήνα. Έτσι λοιπόν κύλησαν τα πράγματα και ο υιός του Γιόκερ και της Μαργαρίτας, αυτός ο Ρουμανο-Ιταλός νέος έγινε άλλο ένα βότσαλο στην παραλία των προσφύγων του 90.]

-συνεχίζεται...

Παρασκευή, 17 Σεπτεμβρίου 2010

ENOIKIAZETAI: Η Έλενα και οι άλλοι...

Το να δουλεύεις νύχτα είναι μεγάλη απόφαση. Αρχικά μπορεί να σε εξιτάρει η ιδέα και να γουστάρεις τη φάση. Νιώθεις ότι οι άλλοι κοιμούνται και συ κάνεις την τύχη σου! Αν είσαι μπάρμαν, είσαι αυτομάτως ένα επίπεδο ψηλότερα από τους πελάτες σου. Αν είσαι Dj έχεις τη δύναμη να μεταβάλλεις τη διάθεση των πελατών που λικνίζονται στο στους ρυθμούς σου.
Όσον αφορά την Έλενα, είχε σίγουρα τον τρόπο να σε κάνει να της παραγγείλεις δεύτερο ή και τρίτο ποτό. Είχε την τεχνική να κρατάει τους περισσότερους πελάτες σε εγρήγορση. Ο ηγετικός της χαρακτήρας της επέτρεπε να μιλάει σε διάφορους - και ήταν αρκετοί - πελάτες ταυτόχρονα αλλά το πιό σημαντικό ήταν το οτι είχε επιτυχία στον τομέα της πειθούς.

Εγώ όμως δεν γνώρισα την Έλενα στο μπαρ Η Έλενα μετακόμισε στο διπλανό διαμέρισμα. Κατάλαβα ότι δούλευε βράδυ από τις ώρες που γύριζε σπίτι. Άλλοτε μόνη, άλλοτε με παρέα, σίγουρα όμως με άτομα που γνώριζε πριν τα βάλει σπίτι της. Ναι εγώ ήμουν ξύπνιος! Από μικρός δεν τα πήγαινα καλά με τον ύπνο και κάθε νύχτα άκουγα το κλειδί να γυρνάει στην πόρτα της...Πολλές φορές την άκουγα όταν μίλαγε μέχρι να μπει στο σπίτι και να κλείσει πίσω της την πόρτα, εκεί έχανα επαφή με τον ήχο της. Ναι, κάθε νύχτα, την ώρα που έφτανε στην πολυκατοικία (ώρες που στην πόλη επικρατεί ησυχία) έκανα συλλογή πληροφοριών για 'κείνη. Ένα κομμάτι παζλ τη φορά. Αλλά ήταν από αυτά τα μεγάλα παζλ για τα οποία χρειάζεσαι και μια 'βδομάδα για να τα τελειώσεις.

Υπήρχε λοιπόν ένας Βασίλης. Ο Βασίλης απ'ότι είχα καταλάβει είχε αρκετά μεγάλες τσέπες. Επίσης υπήρχε μια "κολλητή" ονόματι Χριστίνα στην οποία πολλές φορές η έλενα μιλούσε για το Βασίλη αλλά όχι με τι θετικότερο τρόπο. Φαντάστηκα πως ο Βασίλης ήταν γκόμενός της και την είχε βολέψει αρκετά, άλλη μια απόδειξη του ηγετικού της χαρακτήρα.
Ούκ ολίγες φορές γύριζε στο διαμέρισμά της με τη Χριστίνα. Για μένα η μόνη επαφή μαζί τους ήταν από το ματάκι της πόρτας μου. Μόνο τότε την (ή τις) έβλεπα. Τις περισότερες φορές ήταν νηφάλια, πιστεύω έπινε ελάχιστα ή μπορεί να άντεχε στο ποτό.

Ήταν μέσα φθινόπωρου, από τις νύχτες που πλέον έκανε κρύο. Ακούω το ασανσέρ, σβήνω το τσιγάρο και περιμένω πίσω απ' το ματάκι, αυτό το μικροσκοπικό παράθυρο στον κόσμο της Έλενας. Την άκουγα "κάπως", θυμωμένη. Δεν ήταν μόνη, αλλά πριν προσπαθήσω να μαντέψω με ποιόν ήταν βγαίνει πρώτη απ' το ασανσέρ η Χριστίνα. Έπειτα ακολούθησε η Έλενα η οποία ήταν όντως θυμωμένη. Δεν μπήκαν στο διαμέρισμα, στάθηκαν λίγο στο διάδρομο και άκουσα τη Χριστίνα να λέει "ο Βασίλης δεν ήταν για σένα, σ' το λεγα απ' την αρχή" (ναι η Χριστίνα ήταν αρκετά "λαϊκή" στον τρόπο που μιλούσε) και η συζήτηση εξελίσσονταν κάπως έτσι χωρίς εντέλει να έχει κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Άκουσα πολλές φορές τη λέξη "μαλάκας" και "καριόλης"...κλασσικές γκομενοσυζητήσεις έπειτα από χωρισμό όπου η κολλητή της γυναίκας-θύμα θα πει κάθε πραγματικό και φανταστικό αρνητικό στοιχείο του χαρακτήρα του θύτη (εδώ ο Βασίλης) ώστε να ξεκολλήσει και να της περάσει...βαρετό!

Είχα κατεβάσει το κεφάλι μου και στηριζόμουν με το μέτωπο στην πόρτα. Άκουγα καθαρά λόγω γενικής ησυχίας τέτοιων ωρών αλλά και των σάπιων κουφωμάτων της παλιάς αυτής πολυκατοικίας Ξαφνικά ξεχωρίζω ένα φωναχτό "Σκάσε!" από το στόμα της Έλενας. Αυτομάτως κολλάω στο ματάκι και βλέπω την Έλενα να έχει "στήσει" έξω απ' την πόρτα του ασανσέρ τη Χριστίνα και να τη φιλάει με τέτοιο πάθος που δεν έχω δει ούτε στις χαζοτσόντες
που έβλεπα τη δεκαετία του 90'. Ήταν σφιχτά αγκαλιασμένες , το ένα χέρι χάιδευε τα μαλλιά και έσπρωχνε το κεφάλι μπροστά σαν να ήθελαν να γίνουν ένα συσσωμάτωμα Το άλλο χέρι (της Χριστίνας) άρχισε να σηκώνει την μπλούζα της Έλενας η οποία είχε γυρισμένη την πλάτη της στην πόρτα μου. Καθώς της έβγαζε την μπλούζα φάνηκε το μαύρο σουτιέν που κάλυπτε το ωραία σμιλεμένο στήθος της. Η Έλενα είχε πολύ ωραίο σώμα. Δεν ήταν ούτε πολύ ψηλή, ούτε κοκαλιάρα, είχε ωραίες αναλογίες. Συνήθως φόραγε τακούνι όπως και αυτό το βράδυ και πάντα πρόσεχε το στιλ της καθώς χωρίς να φοράει ακριβοπληρωμένα ρούχα, μπορούσε να είναι πάντα στην τρίχα. Το ξέρω, την παρακολουθούσα, ήξερα μέχρι και που πήγαινε για ψώνια. Είχα μπει βαθιά στο τρυπάκι της και δεν ήθελα να βγω, ειδικά σήμερα είχα χτυπήσει φλέβα! Η Έλενα όμως σίγουρα "έσκαγε" αρκετά για τα εσώρουχά της γιατί ήθελε να αγοράζει κάτι που ήταν φτιαγμένο για το κορμί της, κάτι που δεν θα την ενοχλούσε ή θα την κούραζε. Η ορθοστασία του επαγγέλματός της δεν της έδινε και πολλά περιθώρια...
Η μπλούζα είχε φτάσει στο ύψος του λαιμού και η Έλενα αυτομάτως σήκωσε τα χέρια της για να βοηθήσει τη Χριστίνα να τη βγάλει. Η πλάτη της ήταν αρκετά άσπρη, όμορφη. Αφού αφαιρέθηκε η μπλούζα, τα μακριά καστανά μαλλιά της έπεσαν στους ώμους και στην πλάτη της καθώς τα δάχτυλα της καυλωμένης παρτενέρ τα διαπερνούσε χαϊδεύοντας τα.
Και η Χριστίνα ήταν ωραία κοπέλα. Αν και ξανθιά (όχι ότι έχω κάποιο σύμπλεγμα απλά ποτέ δεν ήταν του γούστου μου). Ήταν ψηλή με ωραία πόδια και σπάνια φορούσε γόβα. Αν και αρκετά διαφορετικές, εκείνο το βράδυ είχαν ταιριάξει.
Σε μια στιγμή η Χριστίνα γύρισε την Έλενα 90 μοίρες και είχα οπτική επαφή του ζευγαριού από το πλάι. Η Χριστίνα έπαιζε παθιασμένα με το στήθος της Έλενας και η δεύτερη με κυκλικές κινήσεις χάιδευε την περιοχή του αιδοίου της πρώτης.
Το μάτι μου είχε κυριολεκτικά κολλήσει στο γυάλινο ματάκι της πόρτας και αισθανόμουν πολύ τυχερός που το φως του κλιμακοστασίου παρέμενε αναμμένο κατά τη διάρκεια της νύχτας. Έτσι, καθώς το πάθος είχε χτυπήσει κόκκινο και η πλοκή γίνονταν όλο και πιο ενδιαφέρουσα η Έλενα σταμάτησε, έβγαλε τα κλειδιά από την τσάντα της και είπε στη Χριστίνα να μπει πρώτη στο σπίτι. Η Έλενα τότε έκανε κάτι πραγματικά αναπάντεχο. Κάρφωσε τα μάτια πάνω στο ματάκι της πόρτας μου - έμμεσα πάνω μου - και έστειλε ένα φιλί στον αέρα προς το μέρος μου. Έτσι όπως ήταν αναμαλλιασμένη χωρίς μπλούζα, το στήθος της είχε σχεδόν εξ' ολοκλήρου ξεπροβάλλει από το μαύρο σουτιέν και το κραγιόν είχε απλωθεί γύρω από τα χείλη. Έτσι παρέμεινε μερικά δευτερόλεπτα και κοίταζε το ματάκι. Ένιωθα ρίγη να με διαπερνούν , ένιωθα παγωμένος, συγκεκριμένα σαν παγωμένο βούτυρο που σε λίγο θα έλιωνε στο πάτωμα. Έτσι η Έλενα έφυγε καθώς η Χριστίνα ακούγονταν να την καλεί από μέσα.

Εγώ βγήκα στο μπαλκόνι. Το μόνο που ακούγονταν ήταν τα σκυλιά της γειτονιάς που ώρες ώρες καβγάδιζαν με μανία, άγρυπνα ζώα....Έτσι ένιωθα και 'γω, κάθε βράδυ η ίδια ιστορία. Καναπές, λίγο μουσική απ' τα ηχεία, άλλες φορές κλασσική, άλλες φορές τζαζ, άλλες φορές έπαιζα ο ίδιος στην κιθάρα μου και μετά έβγαινα έξω και έστριβα τσιγάρο. Δεν κοιμόμουν πριν έρθει το ξημέρωμα, αλλά σήμερα δεν ήταν το ίδιο, δεν ήμουν ο ίδιος. Κάθισα στο μπαλκόνι χωρίς μουσική, μόνο τα κωλόσκυλα της γειτονιάς που καβγάδιζαν. Άναψα το τσιγάρο που καθώς σπινθήριζε στην κάθε ρουφηξιά σκεφτόμουν τη φωτιά που πιθανόν θα εξελίσσονταν στο δίπλα διαμέρισμα με εμπρηστές την Έλενα και τη Χριστίνα.
Τελικά κοιμήθηκα νωρίς εκείνη τη νύχτα. Όταν ξύπνησα πήρα ένα σάκ-βουαγιάζ και το λεωφορείο για σταθμό Λαρίσης. Σκόπευα να πάω στο εξοχικό μου για να ποτίσω όπως έκανα συνήθως τα σαββατοκύριακα Όταν γύρισα είδα στην πόρτα της Έλενας μία επιγραφή "ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ". Σκάλωσα, δεν ξέρω πως ένιωσα, συνειδητοποίησα ότι έχασα μία από τις βασικές μου ασχολίες και παράλληλα μια "φίλη" μεταξύ φανταστικού και πραγματικού. Πέρασαν γύρω στα είκοσι δευτερόλεπτα μέχρι να ξεκλειδώσω την πόρτα του διαμερίσματός μου. Κλασσικά η αλληλογραφία κείτονταν πίσω απ' την πόρτα πεταμένη σαν τα κωλόχαρτα στις δημόσιες τουαλέτες. Στο εξοχικό μου έκατσα περίπου μια 'βδομάδα και είχαν συσσωρευτεί αρκετά αδιάβαστα γράμματα. Μεταξύ διαφόρων λογαριασμών, προφανώς απλήρωτων, ξεχώριζε ένας κατάλευκος φάκελος, κάτι που μου κέντρισε την περιέργεια. Άφησα τους άλλους στην άκρη του τραπεζιού και τον άνοιξα έχοντας ένα καταιγισμό σκέψεων περί του τι μπορεί να περιείχε. Μια ορθογώνια καρτούλα ξεπρόβαλε από μέσα όπως τα μικροσκοπικά γεύματα που σερβίρονται στα γκουρμέ εστιατόρια. Ήταν η κάρτα ενός γνωστού μπαρ στο κέντρο της Αθήνας. Μου φάνηκε περίεργο, αλλά όλα αυτά μέχρι να ανακαλύψω πως στην πίσω πλευρά υπήρχε γραμμένο το όνομα Έλενα!
Το διάστημα που έλειπα είχα συρικνώσει το όλο σκηνικό εκείνου του φθινοπωρινού βραδιού και το είχα κρύψει βαθιά στο σεντούκι της μνήμης μου. Αλλά το αναπάντεχο γράμμα της Έλενας το γιγάντωσε ξανά. Γενικά είχαμε ειδωθεί ελάχιστες φορές, λέγαμε ένα "γειά" τόσο απρόσωπο όσο και η πράξη του χειροφιλήματος του παπά... Σκεφτόμουν να πάω στο μπαρ σύντομα αλλά δεν μπορούσα να φανταστώ την πρώτη κουβέντα μαζί της, διότι πλέον ξέρω οτι ήξερε!

Η θερμοκρασία έπεφτε μέρα με τη μέρα και συνάμα αυξάνονταν η γοητεία του χειμώνα νύχτα με τη νύχτα. Ένα ωραίο απόγευμα ξύπνησα ενστικτοδώς από το κλείσιμο της πόρτας του διπλανού διαμερίσματος. Σηκώθηκα και άνοιξα με την τσίμπλα στο μάτι για να συνειδητοποιήσω οτι η χάρτινη επιγραφή "ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ" δεν υπήρχε πια. Άρχισα να κάνω συνηρμούς για τους νέους ένοικους.
Το ίδιο βράδυ ξεκίνησα για το μπάρ που έγραφε η κάρτα της Έλενας. Φόρεσα ένα ξεθωριασμένο μαύρο τζίν (από αυτά που είναι πάντα στη μόδα καθ'όλη την πρώτη δεκαετία του εικοστού πρώτου αιώνα) και ένα γκρί μακρυμάνικο πουκάμισο, όλα ταιριαστά με τη μουντίλα που εξέπεμπε η ατμόσφαιρα.
Άφησα το αμάξι λίγα στενά πιο κάτω απ' το μπάρ. Συνήθιζα να το κάνω αυτό πιο παλιά, όταν έβγαινα έξω για να "γνωρίσω κοπέλες". Όταν έρχονταν η στιγμή να φύγει η νέα σου γνωριμία από το τάδε μπαρ, εσύ τη συνόδευες έξω και άν δεν είχε μεταφορικό μέσο την πήγαινες μια βόλτα μερικά στενά πιω κάτω και της πρότεινες να τη γυρίσεις εσύ σπίτι. Καλό κολπάκι και πετύχαινε συχνά. Μου το είχε μάθει ένας φίλος που ήταν πτυχιούχος στα κόλπα με τραπουλόχαρτα. Ο τυπάς σκοτώθηκε λίγα χρόνια πριν σε αυτοκινητιστικό, το κόλπο με το αμάξι ήταν το μόνο που κληρονόμησα απ' αυτόν στη νοερή διαθήκη του.
Μπαίνω στο μπαρ περπατώντας αργά, σαν μόλις να συνειδητοποίησα οτι ο Άη Βασίλης κατέβηκε από την καμινάδα και διστακτικά να οδεύω από το υπνοδωμάτιο στο σαλόνι. Το μάτι μου έπεσε κατ' ευθείαν στο μπαρ και αφού "πήδηξα" πάνω απ' την μπάρα με το βλέμμα μου, σκόνταψα με χάρη πάνω στην Έλενα. Ήταν εκεί, αυτή! Όπως την είχα δει τις προάλλες, με το ύφος που φανταζόμουν, με τα ίσια καστανά μαλλιά να κοσμούν κεφάλι και ώμους. Ήταν αδιαμφισβήτητα η βασίλισσα του μπαρ. Δεν ήταν πολύ αργά και υπήρχαν λίγες άδειες θέσεις. Επέλεξα την πιο "απομακρυσμένη" και έβαλα τα δυνατά μου για να συμπεριφερθώ σαν καθημερινός πελάτης, μέσα μου όμως πίστευα οτι δεν τα κατάφερνα.
Έκατσα, και αφού έδωσε κάτι ρέστα σε μια παρέα σαραντάρηδων ήρθε προς το μέρος μου με ένα χαμόγελο που θα ζήλευε και η Τζοκόντα! "Σε περίμενα πιο αργά Έκτορα" είπε και αφού με σκάλωσε με το καλοσόρισμά της, περίμενε να μου πάρει παραγγελία. Με ύφος Γιώργου Αυτιά της αποκρίθηκα "Μία Αβάνα-Κόλα". Είχα όντως έρθει νωρίς, οι ώρες για μένα είχαν κάπως χάσει την ακολουθία που τους είχα δώσει. Ένιωθα σαν να συνέρχομαι σιγά σιγά από μια μακροχρόνια κατάσταση.
Μου έπιασε την κουβέντα σαν να είχα ξανάρθει στο μπαρ. Σαν να είχαμε μιλήσει για το πού έμενα και με τί ασχολιόμουν για να ζήσω...ήταν ευχάριστη και ταυτόχρονα επιβλητική, την κοίταζα όπως κοιτάει ένα πεντάχρονο την πωλήτρια στα Τζάμπο. Και μιλούσαμε για τουλάχιστον μιάμιση ώρα, με μικρά διαλείμματα για να εξυπηρετήσει τους πελάτες της οι οποίοι όλο και αυξάνονταν σαν τα σκουλίκια στο ψοφίμι. Ήταν όμως καλή στη δουλειά της, είχε ηγετικό χαρακτήρα ούτως ή άλλως! Μου είπε για το Βασίλη, ένα πλουσιόπαιδο με κενό -όπως το περίμενα- χαρακτήρα και για τον πρόσφατο χωρισμό τους. Επιπροσθέτως μου ανέφερε οτι το καλύτερο που αποκόμισε απο αυτή τη σχέση ήταν διάφορα όμορφα εσώρουχα. Μου είπε οτι μετακόμισε για λίγο καιρό στην "κολλητή" της τη Χριστίνα και σε κάνα μήνα θα έφευγε για Σικάγο. Και ήταν σίγουρη, και 'κει θα δούλευε νύχτα ενώ θα σπούδαζε για το μεταπτυχιακό της στη διοίκηση επιχειρήσεων. Θα τα καταφέρει, είμαι σίγουροςμ έχει ηγετικό χαρακτήρα! Για το συμβάν έξω απ' τον ανελκυστήρα δεν ανέφερε τίποτα (ούτε και γω) αλλά την ώρα που έφευγα με κοίταξε και μου είπε "και πού 'σαι Έκτορα, της νύχτας τα καμώματα τα βλέπει η μέρα και γελά!".

Πήρα τ'αμάξι από το σποτ που το είχα αφήσει και γύρισα σπίτι νιώθοντας οτι στο πορτ-μπαγκάζ είχα μια ντουζίνα σακούλες Τζάμπο. Άλλο ένα κεφάλαιο της ζωής μου μόλις διένυσε την κατακλείδα του ή μάλλον έβαλε ρότα για Σικάγο. Νομίζω είχε χάπι-εντ...Η Έλενα ήταν από τα άτομα που έπαιρναν σοβαρές αποφάσεις όπως το να δουλεύει νύχτα ή όπως το να έχει ομοφυλοφιλικές εμπειρίες. Είναι ένα άτομο που γουστάρω, που θα καταφέρει να με κάνει να παραγγείλω δεύτερο ή και τρίτο ποτό και θα ξέρει οτι θα είμαι εκεί, πίσω απ' το ματάκι και θα την κοιτάω.


Παρασκευή, 10 Σεπτεμβρίου 2010

he paid a visit yesterday...

Βράδυ. Η γειτονιά ήσυχη όπως κάθε φορά λίγο μετά τα μεσάνυχτα.
Κατεβαίνω από το τραμ, το κοντινό βενζινάδικο είναι προστατευμένο γύρω γύρω με αλυσίδες
(μάλλον φοβούνται μήπως έρθει για βενζίνη ο Ghost Rider και μετά ανατινάξει το μαγαζί) .
Επικρατεί άπνοια, η γνωστή φθινοπωρινή ηρεμία, λίγο πριν τα πρωτοβρόχια.
Ένα-δύο δίκυκλα κάνουν λίγο θόρυβο αλλά χάνονται και αυτά. Πιθανόν του ενός ο αναβάτης
θα κλέψει κάποιο μοναχικό οδοιπόρο, μπορεί και δύο.
Μπαίνω στο δρόμο (όπου αφού περάσω τέσσερις κάθετους θα φτάσω σπίτι μου) και βλέπω
στο αριστερό χέρι την οικοδομή (που για πέντε περίπου χρόνια παραμένει στάσιμη). Στον "κήπο" απ' έξω διακρίνω σπασμένα μπουκάλια και 3 σύριγγες. Κλασσικά.
Το θέμα όμως δεν είναι αυτό, υπάρχουν ίχνη από αίμα, αίμα που φαίνεται φρέσκο.
-Επιταχύνω το περπάτημα και περνάω από τον πρώτο κάθετο. Στο οδόστρωμα σπασμένα γυαλιά και ένα "στραπατσαρισμένο" ασημί αυτοκίνητο κοντά στο πεζοδρόμιο.
Εκ λευκαίνω τις σκέψεις μου με αναμνήσεις από τα Λευκά Όρη που είχα επισκεφθεί χρόνια πριν -Δεν πιάνει.
Περπατώντας αντιλαμβάνομαι ότι δεν είμαι μόνος. Πολλές γάτες κυκλοφορούν από δω κι από κει σαν να επικρατεί μια σιωπηλή σύγχυση. Δεν ανησυχώ, αυτό συνηθίζεται τις Παρασκευές.
Τα περισσότερα παραθυρόφυλλα κλειστά και παράξενες μυρωδιές αναβλύζουν έξω από μια κατάλευκη πολυκατοικία, λίγο πριν περάσω και τον δεύτερο κάθετο.
Αφού περάσω τον δεύτερο κάθετο ακούω τον κρότο που δημιουργεί μια σάπια εξάτμιση από αυτές που έχουν επίτηδες οι "κάγκουρες" στα παπάκια τους. Στέκομαι πίσω από ένα δέντρο μέχρι να περάσει, δεν είναι ώρα για να ανοίγω συζητήσεις. Συνεχίζω και περνάω έξω από ένα διώροφο με μεγάλη αυλή, θυμάμαι είχαν ένα σκυλί εκεί. Τώρα φαίνεται πως οι ιδιοκτήτες δεν έχουν γυρίσει από τις διακοπές τους. Λείπουν καιρό και απ' ότι ξέρω αφήνουν το σκυλάκι τους στο σπίτι. Αλλά καθώς αναλύω οπτικά το περιβάλλον της σκοτεινής αυλής διακρίνω μία σιλουέτα κάτω στο τσιμέντο. Αντιλαμβάνομαι ότι είναι το σκυλί. Του σφυρίζω, τίποτα. Του πετάω ένα χαλίκι, τίποτα.
Είναι νεκρό, τουλάχιστον δύο ημερών.

Συνεχίζω περνώντας και τον τρίτο κάθετο και βλέπω το Μίνι Μάρκετ της γειτονιάς. Τα ψυγεία είναι παραβιασμένα και αφημένα ανοιχτά, κάποιος ήθελε παγωτό, και το ήθελε ΤΏΡΑ!
Επιταχύνω περισσότερο και περνάω και τον τέταρτο κάθετο, πατώντας στο χαντάκι δίπλα στο δρόμο συνειδητοποιώ ότι πατάω πάνω στο κουφάρι ενός αρουραίου. Έχω πλέον χάσει την αίσθηση του που βρίσκομαι αλλά ακόμα περισσότερο του πώς βρίσκομαι.
Φτάνω σπίτι σχεδόν τρέχοντας, σκουπίζω τα παπούτσια στο χαλάκι με δύναμη. Ανεβαίνω με άλματα τις σκάλες και μπαίνω στο σπίτι. Είναι άδειο, μόνο ο μικρός μου αδελφός κάθεται και βλέπει τηλεόραση.
Πάω στο δωμάτιό μου και κάθομαι στο μπαλκόνι να χαλαρώσω Μετά από λίγο έρχεται και ο αδελφός μου αφού έχει κλείσει τηλεόραση και φώτα και κάθεται μαζί μου. Μόνο το φως από τα φανάρια του δρόμου μας φωτίζει.
Μετά από λίγη ώρα ακούγεται ένας αχνός ήχος. Ο αδελφός μου ισχυρίζεται ότι κάποιος είναι μέσα στο σπίτι και παίρνει την πρωτοβουλία να ελέγξει (περίεργο γιατί ποτέ δεν θα το έκανε από μόνος του) βγαίνει από την πόρτα του δωματίου (που κοιτάει στο διάδρομο) και στρίβει δεξιά προς το σαλόνι.
Δεν περνάνε είκοσι δευτερόλεπτα και μια σιλουέτα διασχίζει το διάδρομο προς τα μέσα δωμάτια, δεν ξέρω αν είναι ο αδελφός μου. Ένα από τα μέσα δωμάτια έχει πόρτα στο ίδιο μπαλκόνι. Κοιτάω γύρω μου αρκετά πανικόβλητος και καθώς γυρίζω το κεφάλι μου κατά 170 μοίρες αντικρίζω μια λυγερή ανθρώπινη παρουσία να με κοιτάει απειλητικά κρατώντας ένα "κουζινομάχαιρο" στο αριστερό του χέρι. Φωνάζω και αρχίζω να τρέχω!
Περνάω την είσοδο του δωματίου και πάω δεξιά για το σαλόνι, παρά το σκοτάδι, οι αισθήσεις μου είναι σε εγρήγορση και μπορώ να διακρίνω διάφορα επιτραπέζια παιχνίδια πάνω στο τραπέζι της τραπεζαρίας αλλά τα πιόνια να λείπουν!
Τρέχω προς την πόρτα και την ανοίγω τρέχοντας γρήγορα προς τις σκάλες!
Όμως στα πρώτα σκαλοπάτια βλέπω απλωμένα τα πιόνια των επιτραπέζιων σαν κάποια αυτοσχέδια παγίδα..!
Τα προσπερνώ κάνοντας ένα άλμα από το οποίο προσγειώθηκα ευτυχώς ίσια. Συνεχίζω να κατεβαίνω τις σκάλες και ορμάω έξω από την εξώπορτα, προς την πόρτα της αυλής!
Την ανοίγω με δύναμη και βγαίνω στο πεζοδρόμιο!
Αφού περνάω τα πρώτα δύο δέντρα και χωρίς να γνωρίζω από τι ακριβώς τρέχω να σωθώ...

...ξυπνάω

Δευτέρα, 6 Σεπτεμβρίου 2010

2o...πειραματικό

Πολλές φορές μου έρχεται η σκέψη ότι η δημιουργικότητα προκαλεί φόβο σε κάποιους. Είναι ένα θέμα πολύ σοβαρό κατά τη γνώμη μου. Στην αρχαία Ελλάδα ένας μη πολιτικοποιημένος άνθρωπος ο οποίος δεν συμμετείχε στα κοινά ήταν παράδειγμα προς αποφυγή. Σήμερα προφανώς δεν παρουσιάζεται το πρόβλημα έτσι. Πήρα παράδειγμα την πολιτική διότι για κάποιους είναι πιο εύκολο να μπουν έτσι στο θέμα.
Όταν κάποιος έχει φαντασία και φοβάται να δημιουργήσει είναι πιστεύω μερικώς ασυνείδητος. Βέβαια όλοι κάνουμε τις επιλογές μας αλλά καλό είναι να εκμεταλλευόμαστε τα ταλέντα μας με κάποιον τρόπο. Έτσι προβάλλουμε το χαρακτήρα μας καλύτερα, βοηθάμε τους άλλους να καταλάβουν τι πραγματικά είμαστε, αποκτάμε φίλους και εχθρούς από άλλη οπτική και προπαντός κάνουμε καλό στον εαυτό μας. Γενικά, αν και υποστηρίζω την άποψη του μέτρου, διακαώς πιστεύω ότι δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να βάζουμε μέτρο στις δυνατότητές μας! Όταν είσαι δημιουργικός είναι καλό να το εκμεταλλεύεσαι, και να το εκμεταλλεύεσαι με κάθε δυνατό τρόπο. Η δημιουργικότητα μπορεί να προσφέρει στον καθένα ένα διάλειμμα ηρεμίας από την επαναλαμβανόμενη ρουτίνα και να του προβάλλει θετικές σκέψεις και ευσυνειδησία. Είναι αποδεδειγμένο ούτως ή άλλως.

Κυριακή, 5 Σεπτεμβρίου 2010

Season 1, Episode 01

Λοιπόν έτσι είναι. Διανύω ακόμα την αρχή: μιας χρονιάς, μιας ζωής, μιας καθολικά καθοριστικής εποχής. Γυροφέρνω μπροστά στο "τούνελ" που λέγεται 3η λυκείου και ακονίζω τα σκαπτικά εργαλεία. Ναι το τούνελ είναι ημιτελές...το δικό μου δηλαδή! Κάποιων είναι ορθάνοιχτο και γυαλίζει διότι διέθεσαν μεγάλα ποσά χρημάτων σε εταιρείες εκσκαφής, άλλων είναι παρόμοιο με το γεφύρι της Άρτας, τη μία το χτίζουν, την άλλη γκρεμίζεται.

Εδώ ξεκινάει (για άλλη μια φορά) ανοιχτός πόλεμος με τον -κατά τη γνώμη μου - χειρότερο εχθρό του ανθρώπου. Το άγχος. Παλαιότερα με έχει βασανίσει σε περιόδους αγανάκτησης, κακής χρήσης του χρόνου ή περιόδους τις οποίες θυμάμαι και γελάω (αν μπορούσα να κλάψω θα προτιμούσα αυτή την αντίδραση). Το ότι γράφω δεν είναι τυχαίο, είναι ένα από τα φάρμακα που διατίθενται δωρεάν και δοκιμασμένα δουλεύουν. Μου το πρότεινε ένας φίλος στον οποίο αφιερώνω το 1ο επεισόδιο Ε, μετά είναι τα ενδιαφέροντα όπως η μουσική και το σχέδιο και γενικά δημιουργείται ένα τείχος προστασίας.

Πολλές φορές πρέπει να νιώσεις σαν προϊόν προς πώληση το οποίο θα πουλήσεις εσύ ο ίδιος. Δηλαδή να φτιάξεις αυτό που λέμε "Marketing Plan" για τον εαυτό σου κάνοντας:
1) Γενική Περίληψη
2) Τωρινή Κατάσταση Αγοράς
3) Παρουσίαση Ευκαιριών/Κινδύνων καθώς και Δυνατών/Αδύναμων σημείων του προϊόντος
4) Πλάνο Εργασιών
5) Στρατηγικές Πώλησης
6) Επόμενες Κινήσεις
7) Υπεύθυνος
Δεν είναι ανορθόδοξο, απλά δεν συνηθίζεται σε αυτή τη μορφή. Μάλλον γιατί δεν θέλουμε να παραδεχτούμε ότι αν δεν ακολουθήσουμε το σύστημα κάπου θα χαθούμε. Και δυστυχώς είμαστε μόνο κλαδάκια κατά αυτήν την περίοδο. Δηλαδή κατα κάποιον τρόπο μόνοι. Αυτό δε σημαίνει οτι πρέπει να επαναπαυόμαστε αλλα ούτε να πριονίζουμε το πόδι της μάνας μας αποσκοπώντας στο να πέσει!

Αυτά για αρχή. Καλημέρα !