Παρασκευή, 10 Σεπτεμβρίου 2010

he paid a visit yesterday...

Βράδυ. Η γειτονιά ήσυχη όπως κάθε φορά λίγο μετά τα μεσάνυχτα.
Κατεβαίνω από το τραμ, το κοντινό βενζινάδικο είναι προστατευμένο γύρω γύρω με αλυσίδες
(μάλλον φοβούνται μήπως έρθει για βενζίνη ο Ghost Rider και μετά ανατινάξει το μαγαζί) .
Επικρατεί άπνοια, η γνωστή φθινοπωρινή ηρεμία, λίγο πριν τα πρωτοβρόχια.
Ένα-δύο δίκυκλα κάνουν λίγο θόρυβο αλλά χάνονται και αυτά. Πιθανόν του ενός ο αναβάτης
θα κλέψει κάποιο μοναχικό οδοιπόρο, μπορεί και δύο.
Μπαίνω στο δρόμο (όπου αφού περάσω τέσσερις κάθετους θα φτάσω σπίτι μου) και βλέπω
στο αριστερό χέρι την οικοδομή (που για πέντε περίπου χρόνια παραμένει στάσιμη). Στον "κήπο" απ' έξω διακρίνω σπασμένα μπουκάλια και 3 σύριγγες. Κλασσικά.
Το θέμα όμως δεν είναι αυτό, υπάρχουν ίχνη από αίμα, αίμα που φαίνεται φρέσκο.
-Επιταχύνω το περπάτημα και περνάω από τον πρώτο κάθετο. Στο οδόστρωμα σπασμένα γυαλιά και ένα "στραπατσαρισμένο" ασημί αυτοκίνητο κοντά στο πεζοδρόμιο.
Εκ λευκαίνω τις σκέψεις μου με αναμνήσεις από τα Λευκά Όρη που είχα επισκεφθεί χρόνια πριν -Δεν πιάνει.
Περπατώντας αντιλαμβάνομαι ότι δεν είμαι μόνος. Πολλές γάτες κυκλοφορούν από δω κι από κει σαν να επικρατεί μια σιωπηλή σύγχυση. Δεν ανησυχώ, αυτό συνηθίζεται τις Παρασκευές.
Τα περισσότερα παραθυρόφυλλα κλειστά και παράξενες μυρωδιές αναβλύζουν έξω από μια κατάλευκη πολυκατοικία, λίγο πριν περάσω και τον δεύτερο κάθετο.
Αφού περάσω τον δεύτερο κάθετο ακούω τον κρότο που δημιουργεί μια σάπια εξάτμιση από αυτές που έχουν επίτηδες οι "κάγκουρες" στα παπάκια τους. Στέκομαι πίσω από ένα δέντρο μέχρι να περάσει, δεν είναι ώρα για να ανοίγω συζητήσεις. Συνεχίζω και περνάω έξω από ένα διώροφο με μεγάλη αυλή, θυμάμαι είχαν ένα σκυλί εκεί. Τώρα φαίνεται πως οι ιδιοκτήτες δεν έχουν γυρίσει από τις διακοπές τους. Λείπουν καιρό και απ' ότι ξέρω αφήνουν το σκυλάκι τους στο σπίτι. Αλλά καθώς αναλύω οπτικά το περιβάλλον της σκοτεινής αυλής διακρίνω μία σιλουέτα κάτω στο τσιμέντο. Αντιλαμβάνομαι ότι είναι το σκυλί. Του σφυρίζω, τίποτα. Του πετάω ένα χαλίκι, τίποτα.
Είναι νεκρό, τουλάχιστον δύο ημερών.

Συνεχίζω περνώντας και τον τρίτο κάθετο και βλέπω το Μίνι Μάρκετ της γειτονιάς. Τα ψυγεία είναι παραβιασμένα και αφημένα ανοιχτά, κάποιος ήθελε παγωτό, και το ήθελε ΤΏΡΑ!
Επιταχύνω περισσότερο και περνάω και τον τέταρτο κάθετο, πατώντας στο χαντάκι δίπλα στο δρόμο συνειδητοποιώ ότι πατάω πάνω στο κουφάρι ενός αρουραίου. Έχω πλέον χάσει την αίσθηση του που βρίσκομαι αλλά ακόμα περισσότερο του πώς βρίσκομαι.
Φτάνω σπίτι σχεδόν τρέχοντας, σκουπίζω τα παπούτσια στο χαλάκι με δύναμη. Ανεβαίνω με άλματα τις σκάλες και μπαίνω στο σπίτι. Είναι άδειο, μόνο ο μικρός μου αδελφός κάθεται και βλέπει τηλεόραση.
Πάω στο δωμάτιό μου και κάθομαι στο μπαλκόνι να χαλαρώσω Μετά από λίγο έρχεται και ο αδελφός μου αφού έχει κλείσει τηλεόραση και φώτα και κάθεται μαζί μου. Μόνο το φως από τα φανάρια του δρόμου μας φωτίζει.
Μετά από λίγη ώρα ακούγεται ένας αχνός ήχος. Ο αδελφός μου ισχυρίζεται ότι κάποιος είναι μέσα στο σπίτι και παίρνει την πρωτοβουλία να ελέγξει (περίεργο γιατί ποτέ δεν θα το έκανε από μόνος του) βγαίνει από την πόρτα του δωματίου (που κοιτάει στο διάδρομο) και στρίβει δεξιά προς το σαλόνι.
Δεν περνάνε είκοσι δευτερόλεπτα και μια σιλουέτα διασχίζει το διάδρομο προς τα μέσα δωμάτια, δεν ξέρω αν είναι ο αδελφός μου. Ένα από τα μέσα δωμάτια έχει πόρτα στο ίδιο μπαλκόνι. Κοιτάω γύρω μου αρκετά πανικόβλητος και καθώς γυρίζω το κεφάλι μου κατά 170 μοίρες αντικρίζω μια λυγερή ανθρώπινη παρουσία να με κοιτάει απειλητικά κρατώντας ένα "κουζινομάχαιρο" στο αριστερό του χέρι. Φωνάζω και αρχίζω να τρέχω!
Περνάω την είσοδο του δωματίου και πάω δεξιά για το σαλόνι, παρά το σκοτάδι, οι αισθήσεις μου είναι σε εγρήγορση και μπορώ να διακρίνω διάφορα επιτραπέζια παιχνίδια πάνω στο τραπέζι της τραπεζαρίας αλλά τα πιόνια να λείπουν!
Τρέχω προς την πόρτα και την ανοίγω τρέχοντας γρήγορα προς τις σκάλες!
Όμως στα πρώτα σκαλοπάτια βλέπω απλωμένα τα πιόνια των επιτραπέζιων σαν κάποια αυτοσχέδια παγίδα..!
Τα προσπερνώ κάνοντας ένα άλμα από το οποίο προσγειώθηκα ευτυχώς ίσια. Συνεχίζω να κατεβαίνω τις σκάλες και ορμάω έξω από την εξώπορτα, προς την πόρτα της αυλής!
Την ανοίγω με δύναμη και βγαίνω στο πεζοδρόμιο!
Αφού περνάω τα πρώτα δύο δέντρα και χωρίς να γνωρίζω από τι ακριβώς τρέχω να σωθώ...

...ξυπνάω

1 σχόλιο:

  1. φοβερο!σαν να διαβαζα ιστορια μυστηριου!πραγματικο ονειρο η απλα ετσι τελειωσες την ιστορια?

    ΑπάντησηΔιαγραφή